Είμαι μαχαίρι Κρητικό, όπλο τιμής και αντρείας.
Σύμβολο αντρείας, ενθύμημα παραδόσεων, διακοσμητικό αντικείμενο συναισθηματικής κυρίως αξίας, απαράμιλλο στοιχείο της σύγχρονης Κρητικής φορεσιάς, το Κρητικό μαχαίρι παραμένει μοναδικό στον κόσμο και κρατά άσβηστες τις μνήμες από τους αλλεπάλληλους αγώνες για την ελευθερία, τις επαναστάσεις ενάντια στους κατακτητές, από ήθη και έθιμα που χάνονται πίσω στους αιώνες.
Πολλές είναι οι μαντινάδες και τα δημοτικά τραγούδια των περασμένων αιώνων που αποδεικνύουν ότι το περήφανο αυτό αγχέμαχο όπλο που στολίζει το ζωνάρι της παραδοσιακής Κρητικής φορεσιάς είναι άρρηκτα δεμένο με την αρχέγονη παράδοση της «Βασίλισσας της Μεσογείου». Μια βόλτα στα μαχαιράδικα του Ηρακλείου και των Χανίων δίνει μια γεύση από την περίτεχνη κατασκευή των μαχαιριών. Φωτιά, αμόνι, ατσάλι, σφυρί, πένσες και μακριοί βραχίονες, παράλληλα με τη δεξιοτεχνία του μαχαιροποιού, είναι τα απαραίτητα στοιχεία που εδώ και εκατοντάδες χρόνια δημιουργούν το περίφημο και διαβόητο Κρητικό μαχαίρι, σύμβολο της αντρειοσύνης και της λεβεντιάς των Κρητικών μέχρι τα πέρατα του κόσμου.
Το σχήμα από τα νύχια των άγριων ζώων προσπάθησε να μιμηθεί ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατασκευάσει ένα εργαλείο που να τον προστατεύει από τα θηρία και να τον βοηθάει να πιάνει την τροφή του. Και εγένετο.. το μαχαίρι. Στο μουσείο του Ηρακλείου μάλιστα φυλάσσεται ένα αγαλματίδιο πολεμιστή από τη Σητεία, Μινωικής εποχής, οπλισμένου με μαχαίρι, το οποίο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τα σύγχρονα Κρητικά μαχαίρια.

Σύμφωνα, άλλωστε με την αρχαία ελληνική μυθολογία, τα αγχέμαχα όπλα και τα πολεμικά κράνη γεννήθηκαν στην Κρήτη, αφού εφευρέτες τους θεωρούνται οι Κουρήτες, ακόλουθοι του Δία που κάλυπταν με το θόρυβο των όπλων τους κλαυθμούς του Ολύμπιου θεού, όταν ήταν βρέφος ακόμα, για να μη τον ακούσει ο πατέρας του, ο θεός Κρόνος και τον σκοτώσει, καθώς φοβόταν ότι θα του αποσπάσει βίαια την εξουσία μεγαλώνοντας.
Ήδη από την εποχή της Βενετοκρατίας υπήρχαν μαχαιράδικα στην Κρήτη, λέγεται μάλιστα ότι στο Ηράκλειο ήταν εγκατεστημένα στην ίδια ακριβώς θέση που βρίσκονται και σήμερα. Μετά την Τουρκική κατάκτηση, οι μεταλλουργοί συνέχισαν να κατασκευάζουν εξαίρετα μαχαίρια, τα οποία απέκτησαν ξεχωριστή συναισθηματική και πολεμική αξία με τις συνεχείς επαναστάσεις των Κρητικών που διψούσαν για ελευθερία.
Οι Τούρκοι, όμως, πέρα από τη θρησκεία, τη διοικητική οργάνωση και τις νέες κοινωνικές δομές, έφεραν στο νησί και τη δική τους τεχνική κατασκευής όπλων, από την οποία υιοθέτησαν πολλά χαρακτηριστικά οι Κρήτες μαχαιροποιοί. Τα πρώτα Κρητικά μαχαίρια της μετά-βενετικής περιόδου αποτελούν ένα συγκερασμό ευρωπαϊκού και ανατολίτικου χαρακτήρα. Η λεπίδα τους είναι κατασκευασμένη από εξαιρετικό ατσάλι και το σχήμα της είναι κυρτό. Η λαβή πάλι είναι κυλινδρική με λεπτές περιφερειακές διακοσμήσεις στα δύο άκρα της, ενώ η κορυφή στεφανώνεται σχεδόν πάντοτε με μια μικρή πολύτιμη ή ημιπολύτιμη πέτρα, ρουμπίνι ή κοράλλι, για να φυλάσσουν τους κατόχους τους από το αιφνίδιο κακό.
Η λαβή
Ωστόσο, το τυπικό Κρητικό μαχαίρι με τη μορφή που το γνωρίζουμε και σήμερα, γεννήθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα κι έχει σχήμα που θυμίζει «σαΐτα». Η λαβή του ονομάζεται «μανίκα» και το σχήμα της είναι ποικιλόμορφο. Τρεις όμως είναι οι επικρατέστεροι τύποι:
Στον έναν, το τελείωμα της λαβής θυμίζει ράμφος πουλιού, στον άλλον η λαβή έχει το τελείωμα που είχαν τα ναυτικά γιαταγάνια το 18ο και 19ο αιώνα και στον τρίτο, τον κλασικό Κρητικό τύπο, το τελείωμα της λαβής σχηματίζει ένα «V». Αυτό το σχήμα της λαβής είναι το πλέον διαδεδομένο και εμφανίζεται μόνο στα Κρητικά μαχαίρια, χαρίζοντας τους τυπολογικά μια σχηματική μοναδικότητα, αφού σε κανέναν άλλον τόπο στον κόσμο δεν κατασκευάζουν μαχαίρια με αυτή τη λαβή, αναφέρει ο Νίκος Βασιλάτος στο βιβλίο του «Το Κρητικό Μαχαίρι».
Τα πολυάριθμα κοπάδια αιγοπροβάτων της Κρήτης και τα γεροδεμένα κέρατα των βουβαλιών προσφέρουν ακόμα και σήμερα άφθονη πρώτη ύλη για την κατασκευή αυτής της ιδιότυπης λαβής, η οποία φτιάχνεται πάντοτε από ζωική ύλη, κέρατο ή κόκαλο, ενώ για όσους δύνανται να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, δε λείπουν και αυτές από ελεφαντόδοντο.
Το μαυρομάνικο μαχαίρι
Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται «μαυρομάνικα» και είχαν μέχρι πρόσφατα μεγάλη συμβολική αξία στην κοινωνική ζωή της Κρήτης. Για τη στερεή θεμελίωση της νέας οικογένειας και την επιτυχία της γαμήλιας ιεροτελεστίας, ένα μικρό μαυρομάνικο μαχαίρι έπρεπε να τοποθετείται στο παπούτσι της νύφης πριν και κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου για να μην την πιάνει «το μάτι». Μετά το πέρας του μυστηρίου , το νέο ζευγάρι έπρεπε να χαράξει με μαυρομάνικο μαχαίρι ένα σταυρό στο κατώφλι του σπιτιού του, ώστε να μη φωλιάσουν τα κακά πνεύματα μέσα σε αυτό.
Όταν μία γυναίκα έχανε ένα της παιδί, κρεμούσε σε κάθε ένα από τα άλλα της παιδιά ένα μικρό μαυρομάνικο μαχαίρι, με χαραγμένους στη λαβή του σταυρούς, για να μην τα αγγίξει και αυτά ο χάρος.
Το μαυρομάνικο μαχαίρι έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στη λαϊκή δεισιδαιμονία, καθώς οι άνθρωποι πίστευαν ότι ξόρκιζε και απομάκρυνε τα δαιμόνια.
’Αλλα ήθη κι έθιμα
Το Κρητικό μαχαίρι έχει συνδέσει την ταυτότητά του με αναρίθμητα ήθη και έθιμα στο νησί. Σε ένα από τα γαμήλια έθιμα, έπρεπε ο μελλόνυμφος να δωρίσει στην αρραβωνιαστικιά του κοντά στα άλλα δώρα κι ένα μικρό αργυρό μαχαίρι, το «αργυρομπουνιαλάκι». Το αργυρομπουνιαλάκι αποτελούσε μέρος της γυναικείας Κρητικής φορεσιάς και το φορούσε στερεωμένο μέσα στη μεταξωτή ζώνη της, όπως ακριβώς και οι άντρες φορούσαν τα δικά τους μαχαίρια σε όλους τους χορούς και τις γιορτές.
Το μαχαίρι υποδήλωνε σε όλους τους άλλους άντρες ότι η νέα είναι αρραβωνιασμένη ή παντρεμένη και ανήκει μόνο σε έναν άντρα. Συμβολικά, θύμιζε και στην ίδια ότι είχε την υποχρέωση να αφοσιωθεί στον άντρα της και ότι μια πιθανή απιστία θα μπορούσε να της κοστίσει την ίδια της τη ζωή.
Σε μερικές περιοχές της Κρήτης, όταν βαπτιζόταν αρσενικό παιδί, ο νονός του χάριζε στο βαφτιστικό του μαζί με ένα χρυσό νόμισμα κι ένα Κρητικό μαχαίρι. Η συμβολική αυτή χειρονομία του πνευματικού πατέρα του παιδιού ήταν συνδεδεμένη με τους αιματοβαμμένους αγώνες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού κατά τον 19ο αιώνα.
Η λεπίδα
Το πιο δύσκολο να κατασκευαστεί, αλλά και το σημαντικότερο μέρος του μαχαιριού είναι ασφαλώς η λεπίδα του. Οι απόγονοι του Ήφαιστου και των Κουρητών, οι Κρήτες μαχαιροποιοί τιθάσευσαν τα σκληρά και άκαμπτα μέταλλα, τους έδωσαν μορφή, σχήμα, σκληρότητα, αλλά και ευλυγισία για να κάνουν τα μαχαίρια ισχυρά εργαλεία στα χέρια των κατόχων τους. Αγόραζαν το ατσάλι της Ανατολής ή πολλές φορές το κατασκεύαζαν και οι ίδιοι για να σφυρηλατήσουν στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες των 910-950o C την πυρωμένη λεπίδα και να της δώσουν το οριστικό της σχήμα: λεπτή και ανάλαφρη με την αιχμηρή απόληξη ελαφρά προς τα πάνω γυρισμένη.
Το φουκάρι
Το «φουκάρι» ή αλλιώς η θήκη του Κρητικού μαχαιριού είναι συνήθως ξύλινη, τις περισσότερες φορές κατασκευασμένη από «σφάκα», όπως λέγεται η πικροδάφνη στην Κρήτη, φυτό με μαλακό και ευλύγιστο κορμό. Η σφάκα πρέπει να κόβεται «λίγωση του φεγγαριού», δηλαδή όταν το φεγγάρι αρχίζει να λιγοστεύει, ώστε να έχει αντοχή στο χρόνο. Αν κοπεί στη γέμιση του φεγγαριού, σαπίζει εύκολα ή προσβάλλεται από σαράκι.
Αφού ετοιμαστεί το ξύλινο φουκάρι, επενδύεται με λευκό δέρμα. Παλιότερα χρησιμοποιούνταν και δέρματα σε πράσινο χρώμα, μαύρο, καφέ και σπανιότερα σε μπλε ή βυσσινί. ΤΟ κατσικίσιο ή το αρνίσιο δέρμα είναι αυτό που καλλωπίζει την επένδυση της θήκης, ενώ ιδανικότερο θεωρείται το δέρμα του ποταμίσιου χελιού, επειδή το χρώμα του είναι ουδέτερο και μπορούσαν οι μαχαιροποιοί να του δώσουν όποια απόχρωση αυτοί επιθυμούσαν.
Στο άνω άκρο της θήκης, εκεί όπου «κούμπωνε» το μαχαίρι, τοποθετούσαν ένα λεπτό διακριτικό κρίκο, για να μη φθείρεται το στόμιο. 'Όσοι ανήκαν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα είχαν «ασημωτό φουκάρι», θήκη εξ ολοκλήρου κατασκευασμένη από ασήμι, πλούσια και περίτεχνα διακοσμημένη από τα χέρια ενός αργυροχόου ή ακόμα και από τον ίδιο το μαχαιροποιό.
Η διακόσμηση
Πάνω στην ατσάλινη επιφάνεια της λεπίδας, οι δημιουργοί χάρασσαν διακοσμητικά σχέδια ή επιγραφές που προσδιόριζαν την ταυτότητα και την ιστορία του μαχαιριού. Η λεπίδα καλυπτόταν από ένα λεπτό και επίπεδο κέρινο στρώμα, πάνω στη μαλακή επιφάνεια του οποίου χαράσσονταν το διακοσμητικό θέμα ή η επιγραφή και μόλις τελείωνε η διαδικασία, ο μαχαιροποιός έριχνε νιτρικό οξύ και χλωριούχο αμμώνιο ή αλάτι, ώστε να αφήσουν ανέπαφο το κερί στη λεπίδα.
Συχνά, συναντάμε πάνω στις λεπίδες τη σχηματική παράσταση δύο αγκαθοφόρων δράκων, αντιμέτωπων μεταξύ τους, σύμβολα της δύναμης της ζωής, αλλά και του θανάτου, της σοφίας και του σατανά. Από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά, αντί για εγχάρακτες διακοσμήσεις, πάνω στις λεπίδες αρχίζουν να χαράσσονται μαντινάδες.
Φυσικά, η πιο εντυπωσιακή διακόσμηση ανήκει στα αργυρά φουκάρια. Θυρεοί, λάβαρα, όπλα και σημαίες, φιγούρες παλικαριών, αετοί, λέοντες, ιστιοφόρα πλοία, δράκοντες και δελφίνια ενέπνευσαν τους δεξιοτέχνες αργυροχόους, που στο κάτω άκρο των αργυρών θηκών εναπόθεταν σχεδόν πάντα μια δρακοντοκεφαλή ή δελφινοκεφαλή. Κατά την τουρκοκρατία, στη ράχη κάθε αργυρής θήκης, ένας ανάγλυφος δράκοντας στήριζε με το κεφάλι του ένα σταυρό ή ένα μισοφέγγαρο. Η συμβολική αυτή διακόσμηση υποδήλωνε ότι ο κύριος του «ασημωτού μαχαιριού» ήταν αντίστοιχα χριστιανός ή μουσουλμάνος.