
Του συντρόφου του ό Πάτροκλος κείνα πού του 'πε πιάνει.
Κι αυτός κρεατοκούτσουρο μεγάλο τότες βάνει
έκειά στη φέξη της φωθιάς, αίγας κι αρνιού την πλάτη
τιάνω 'θεκε, και γουρουνιού της πλάτης το κομμάτι,
π' ατιό το πάχος γυάλιζε, και πιάνει τα κι αρχίζει,
και βαστά ντου Αύτομέδοντας και τα χοντρομελίζει,
κατόπι σε μικρότερα κομμάτια διαμελά τα,
κι ωσάν τ' άπομορφόκοψε, στις σούβλες και περνά τα.
Κι ό Πάτροκλος ό θεϊκός φωθιά μεγάλην άφτει
κ/ ως ή φωθιά κατάκατσεν, ή φλόγα κι ασκοντάφτει... "
Όμηρου Ιλιάδα Ραψωδία I
Το οφτό κρέας ή αντικριστό, το ψήνανε παλιά μόνο στις ορεινές περιοχές και συνήθως από άντρες βοσκούς. Τους εξυπηρετούσε ο τρόπος που το ψήνανε γιατί δεν είχαν στους χώρους βοσκής μαγειρικά σκεύη. Αφού έσφαζαν το ζώο, το ξεραχίζανε και το έκαναν τέσσερα κομμάτια, τα λεγόμενα γουλίδια. Κάθε κομμάτι το περνούσαν από μία ξύλινη σούβλα από ξύλο ασφενδάμου και αλατίζανε το κρέας. Ορισμένοι βοσκοί, κάνανε τη λεγόμενη οτερμενιά.
Έβρισκαν, δηλαδή, κατάλληλες πέτρες, τις τοποθετούσανε σε σχήμα τετράγωνου και έβαζαν επάνω τις σούβλες με το κρέας. Στη μέση και σε σωστή απόσταση (ούτε πολύ κοντά, ούτε μακριά) έβαζαν ένα σωρό από ξερά ξύλα. Άναβαν τη φωτιά και το κρέας ψηνότανε με τη φλόγα. Το κρέας λοιπόν ήτανε αντίκρυ στη φωτιά (αντικριστό) και όχι πάνω στη φωτιά. Το αφήναν έτσι για τρία τέταρτα και ύστερα το γύριζαν από την άλλη μεριά. Το μυστικό για να γίνει το οφτό κρέας νόστιμο είναι το λίπος.